ΧΡΥΣΕΣ ΤΟΥΛΙΠΕΣ ΛΟΥΚΑ

Ομιλία Λούκας Κατσέλη, Προέδρου Εθνικής Τράπεζας και Προέδρου Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών στην παρουσίαση βιβλίου «ΧΡΥΣΕΣ ΤΟΥΛΙΠΕΣ»,Παναγιώτη Ρουμελιώτη Αθήνα, 07.04.2016

Εισαγωγή

Στο βιβλίο που έχουμε τη χαρά να παρουσιάζουμε σήμερα,  με τον εύγλωττο τίτλο «Χρυσές Τουλίπες», ο Παναγιώτης Ρουμελιώτης παραθέτει και αναλύει  με γλαφυρό και καταληπτό τρόπο τις κυριότερες κερδοσκοπικές και χρηματοπιστωτικές κρίσεις. Αναδεικνύει τις γενεσιουργές αιτίες τους, τους παράγοντες που  συνετέλεσαν στην εξάπλωση και ενδυνάμωσή τους και τις τραυματικές επιπτώσεις τους σε κράτη, ευάλωτες ομάδες και κοινωνίες. Η αφήγηση  ξεκινά το 1636, με την κερδοσκοπική φούσκα των τουλιπών στην Ολλανδία. Περνά μέσα από τους αιώνες στην κρίση της Γαλλίας το 1715 που είχε στο  επίκεντρο της τον τραπεζίτη-κερδοσκόπο John Law, και  περιγράφει  τις πιο πρόσφατες κρίσεις, των δεκαετιών του 1990, του 2000 και του 2010 στην Ασία , την Λατινική Αμερική, την Αφρική  και από το 2007  στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη.

Πηγές Κρίσεων: Ατέλειες Αγορών και Κυβερνητικές Αποτυχίες

Ο συγγραφέας  στο αφήγημά του αναδεικνύει πότε άμεσα και  πότε έμμεσα τα  χαρακτηριστικά εκείνα στη λειτουργία των αγορών αλλά και τις αστοχίες  των αγορών που δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την εκδήλωση χρηματοπιστωτικών κρίσεων :

Α) Το κυνήγι του κέρδους  που οδηγεί στην κερδοσκοπία, δηλαδή στην αγορά και παρακράτηση τίτλων ή περιουσιακών στοιχείων εν αναμονή  μελλοντικών ανατιμήσεων στην αξία τους, ώστε η πώλησή τους την κατάλληλη στιγμή  να αποφέρει τις αναμενόμενες προσόδους.

Β) Τη δημιουργία πλασματικής ευφορίας και την εξασφάλιση, με νόμιμους ή παράνομους τρόπους,  της αναγκαίας ρευστότητας  ώστε οι προσδοκίες των κερδοσκόπων να επαληθευθούν.

Γ) Την εκμετάλλευση από τους τραπεζίτες έναντι των πελατών τους  των ατελειών των χρηματοπιστωτικών  αγορών, κυρίως δε της προνομιακής εσωτερικής πληροφόρησης που οι πρώτοι διαθέτουν, την  συστηματική υποεκτίμηση κινδύνων, την υπερβάλλουσα μόχλευση, την απληστία τραπεζικών στελεχών που ενθαρρύνεται μέσα από ακραίες πολιτικές αμοιβών και  υψηλών επιδομάτων που τους δημιουργούν κίνητρα για ανάληψη δραστηριοτήτων υψηλού κινδύνου.

Δ)  Την  οικονομική και πολιτική ισχύ των τραπεζών  είτε γιατί αυτές αποτελούν ισχυρά οικονομικά  ολιγοπώλια είτε γιατί συχνά διαπλέκονται με το πολιτικό σύστημα  με αποτέλεσμα την  επικίνδυνη  αυτονόμηση  και  την υπέρμετρη διόγκωσή τους που τις καθιστούν «πολύ μεγάλες για να αποτύχουν».

Ε) Την έλλειψη διαφάνειας και ανταγωνισμού στη λειτουργία των Οίκων Πιστοληπτικής Αξιολόγησης που έχουν κατηγορηθεί για  ελλιπή ή λανθασμένη πληροφόρηση ή ακόμα και για σύμπραξη με συγκεκριμένους πελάτες.

Αναδεικνύοντας και στηλιτεύοντας  τις αθέμιτες πρακτικές και καταχρηστικές συμπεριφορές των κερδοσκόπων που γίνονται δυνατές λόγω των ατελειών των αγορών  που αναφέρθηκαν, ο Ρουμελιώτης ουσιαστικά στρέφει τα βέλη του  στο πολιτικό σύστημα  αναδεικνύοντας  μοιραίες επιλογές και  «κυβερνητικές αποτυχίες» που υποθάλπουν και διαιωνίζουν τις χρηματοπιστωτικές κρίσεις. Αυτές συνοψίζονται σε:

Α)    Λανθασμένες επιλογές οικονομικής πολιτικής  σε εθνικό επίπεδο που με το να διογκώνουν υπέρμετρα είτε το δημόσιο έλλειμμα είτε το έλλειμμα στο εξωτερικό ισοζύγιο, είτε και τα δύο, δημιουργούν κίνητρα για κερδοσκοπικές επιθέσεις στην αγορά συναλλάγματος ή/και οδηγούν στην υπερχρέωση με αποτέλεσμα την εκδήλωση κρίσεων στην αγορά κρατικών  ομολόγων, μετοχών ή συναλλάγματος.

Β)   Απουσία επαρκούς και διαρκούς συντονισμού στην άσκηση μακροοικονομικής πολιτικής είτε διεθνώς είτε σε Ευρωπαϊκό επίπεδο με αποτέλεσμα να διαιωνίζονται  μακροοικονομικές  ανισορροπίες που με τη σειρά τους τροφοδοτούν την αστάθεια και καταλήγουν είτε σε συναλλαγματικές κρίσεις είτε σε  χρηματοπιστωτικές φούσκες.

Γ)    Ελλιπής ρύθμιση και  εποπτεία του χρηματοπιστωτικού τομέα που κατέστη πλήρως αναποτελεσματική μετά το 1975  με την σταδιακή απορρύθμιση των χρηματοπιστωτικών  αγορών, την απελευθέρωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, την παγκοσμιοποίηση των συναλλαγών και τη δημιουργία χρηματοοικονομικών προϊόντων συγκάλυψης κινδύνου  στο όνομα του δόγματος της «αυτορρύθμισης των χρηματοπιστωτικών αγορών» (Δόγμα  του Jackson Hole).  Η  άρση το 1999 του Glass Steagall Act, ενός νόμου που ίσχυε από το 1933 στις ΗΠΑ (όχι όμως στην Ευρώπη) και που απαγόρευε στις τράπεζες να ασκούν παράλληλα δραστηριότητες εμπορικής και επενδυτικής τραπεζικής, ο κατακερματισμός των εποπτικών αρχών καθώς και η  απουσία κατάλληλων ρυθμίσεων που θα απέτρεπαν την ανάληψη υπερβολικού κινδύνου από τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς απετέλεσαν καθοριστικές επιλογές πολιτικής  που οδήγησαν στην εκδήλωση και μετάδοση κρίσεων όχι μόνο στην  Νοτιοανατολική Ασία, τη Ρωσία και τη Λατινική Αμερική αλλά και την ίδια την Αμερική και την Ευρώπη κατά  τις δεκαετίες του 1990 και του 2000.

Δ)  Ποδηγέτηση  του  πολιτικού  συστήματος  από  χρηματοπιστωτικά συμφέροντα και σχέσεις διαπλοκής μεταξύ κυβερνήσεων και χρηματοπιστωτικών οργανισμών που καταλήγουν πότε σε νομοθετικές πρωτοβουλίες που προάγουν τα συμφέροντα των τελευταίων, πότε στην μη έγκαιρη λήψη μέτρων για αποφυγή κερδοσκοπικών ενεργειών και πότε   στην ανοχή, αν όχι άμεση εμπλοκή πολιτικών αξιωματούχων στα παιχνίδια τραπεζικών ιδρυμάτων ή κερδοσκοπικών επενδυτικών ταμείων.

Ε)     Εσκεμμένη ή αθέλητη ανοχή στη διεύρυνση των ανισοτήτων  που οδήγησε σε μείωση των αποταμιεύσεων της μεσαίας τάξης, ανεξέλεγκτη υπερχρέωσή της, κυρίως για στεγαστικά δάνεια και πληθωρισμό πιστώσεων που τελικά κατέληξε στην δημιουργία φούσκας στην αγορά ακινήτων μέσω  χρήσης  δομημένων-τιτλοποιημένων δανείων. Μια φούσκα που τελικά έσκασε  φτωχοποιώντας εκατομμύρια νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Η καταγραφή  των κρίσεων που παρουσιάζεται  στο βιβλίο που έχουμε στα χέρια μας από τις Χρυσές Τουλίπες τον 17ο αιώνα μέχρι και την πρόσφατη χρηματοπιστωτική κρίση της Ευρωζώνης, προκαλεί τον αναγνώστη να  ανακαλύψει  τις γενεσιουργές αιτίες κάθε κρίσης ανάμεσα στις πιθανές πηγές αποτυχίας είτε των αγορών είτε των κυβερνήσεων  που προαναφέρθηκαν.  Αν και οι πηγές αυτές είναι συχνά αλληλένδετες και αλληλοτροφοδοτούμενες, η ερμηνεία που υιοθετεί ο κάθε αναλυτής για το τι ακριβώς συνέβη, προσδιορίζει  και τις απαντήσεις που δίνει σχετικά με το τι μπορεί και πρέπει να γίνει για να αποφευχθούν στο μέλλον οι καταστροφικές συνέπειες των κρίσεων.

Η αποφυγή και αποτελεσματική αντιμετώπιση των κρίσεων προϋποθέτει δηλαδή τη σωστή και έγκαιρη διάγνωση των πηγών της κρίσης.  Πόσο μάλλον όταν στις μέρες μας η υπερδιόγκωση του χρηματοπιστωτικού τομέα και η δραματική αύξηση των ημερήσιων συναλλαγών στις χρηματοπιστωτικές αγορές ενέχουν κινδύνους «κοινωνικής καταστροφής»,  όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου του ο  συγγραφέας. Αξίζει να σημειωθεί ότι αποτέλεσμα της  κρίσης του 2007-2008 ήταν η μείωση   του κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε 95 χώρες  και η αύξηση της ανεργίας  κατά 27 εκ. άτομα σε δύο μόλις χρόνια, δηλαδή μεταξύ 2007 και 2009. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει ο συγγραφέας, πάνω από 50 εκατομμύρια άτομα  βυθίστηκαν στην ακραία φτώχεια, ενώ ο αριθμός των ατόμων που υποφέρουν από υποσιτισμό αυξήθηκε κατά 100 εκ. ξεπερνώντας  τα 1 δισ. άτομα το 2009.

Πώς μπορεί να αποφευχθεί στο μέλλον μια νέα κρίση όπως αυτή που προκλήθηκε στις ΗΠΑ από τη φούσκα των στεγαστικών δανείων χαμηλής πιστοληπτικής αξιολόγησης  το 2007;

Είναι η Ευρωζώνη επαρκώς θωρακισμένη ώστε να μην επαναληφθεί η κερδοσκοπική κρίση που ξέσπασε το 2010 στην Ελληνική αγορά κρατικών ομολόγων;

Θα μπορούσαν οι τράπεζες να θωρακισθούν ώστε να μην επαναληφθούν οι τραπεζικές κρίσεις στην Ισπανία, την Ιρλανδία, την Πορτογαλία και την Κύπρο λόγω των επισφαλών στεγαστικών, καταναλωτικών ή/και επιχειρηματικών δανείων που είχαν χορηγηθεί τα προηγούμενα χρόνια από εγχώριες και Ευρωπαϊκές Τράπεζες με τεχνητά χαμηλά επιτόκια;

Οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά εξαρτώνται, όπως ήδη αναφέρθηκε,  από την διάγνωση του προβλήματος που συχνά  γίνεται με  περισσότερο πολιτικά παρά αυστηρά τεχνοκρατικά κριτήρια. Η μάλλον, πολλές φορές, μια  «τεχνοκρατική απάντηση» συγκαλύπτει ιδεολογικές και αξιακές τοποθετήσεις και  πολιτικές προτιμήσεις.

Έτσι, για παράδειγμα, ο Γιάνης Βαρουφάκης στο βιβλίο του «Παγκόσμιος Μινώταυρος»[1] παραθέτει 6 πιθανές ερμηνείες για την εκδήλωση της τελευταίας κρίσης, η κάθε μία από τις οποίες οδηγεί σε τελείως διαφορετικά συμπεράσματα για την άσκηση πολιτικής. Μια απ’ αυτές τις ερμηνείες είναι η ελλιπής κατανόηση των συστημικών κινδύνων εκ μέρους των ιθυνόντων πολιτικής. Χαρακτηριστική η δήλωση της Βρετανικής Ακαδημίας στις 22 Ιουλίου 2009 ότι «παρατηρούσαμε τη δημιουργία μιας τεράστιας φούσκας και βιώναμε τη γένεση ενός θαυμαστού νέου κόσμου». Η ερμηνεία αυτή οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η αντιμετώπιση της κρίσης θα μπορούσε ίσως να επιτευχθεί με κατάλληλη πληροφόρηση και πιο υπεύθυνη και αποτελεσματική  παρακολούθηση των εξελίξεων. Μια δεύτερη ερμηνεία εστιάζεται στις  τοξικές θεωρίες περί «καινοτόμων μεθόδων αποτίμησης παραγώγων μετοχών και χρεών», που διατύπωσαν οι Robert Merton και Myron Scholes το 1995 και που τους χάρισαν το Νόμπελ οικονομίας. Η εφαρμογή της θεωρίας αυτής  στην πράξη οδήγησε στην κατάρρευση της παρατράπεζας Long Term Capital Management[2] ένα χρόνο αργότερα στην οποία είχαν επενδύσει οι ίδιοι!  Η υιοθέτηση της ερμηνείας αυτής που βασίζεται στην λανθασμένη αποτίμηση χρηματοπιστωτικών προϊόντων, οδηγεί στον περιορισμό της χρήσης τοξικών εργαλείων και την βελτίωση των μοντέλων ανάλυσης.

Αντίθετα η ερμηνεία που προτείνει ο Βαρουφάκης, εξηγεί την κρίση ως αποτέλεσμα της παρουσίας ενός «Παγκόσμιου Μινώταυρου», δηλαδή των ΗΠΑ, που απορροφούσε, ως μια παγκόσμια ηλεκτρική σκούπα πλεονάσματα, προϊόντων και κεφαλαίων από τον υπόλοιπο κόσμο. Διοχετεύοντας τα πλεονάσματα αυτά, ως «δώρα υποτέλειας»  στην Wall Street, δημιουργήθηκε στην  εγχώρια αγορά των ΗΠΑ το αίσθημα μιας πλασματικής ευφορίας και συντηρήθηκε μία υπέρογκη μόχλευση και ρευστότητα που κατέληξε στη φούσκα των ακινήτων. Αν η εκδοχή του Βαρουφάκη είναι η ορθή, τότε αυτή  επιβάλλει την αποφυγή και άμβλυνση ανισορροπιών σε παγκόσμια κλίμακα  μέσω συντονισμένων πολιτικών και θεσμικών παρεμβάσεων.

Κατηγοριοποίηση κρίσεων

Με το βλέμμα στραμμένο στην Ευρώπη και την Ελλάδα τα επόμενα χρόνια  και με στόχο την αποφυγή νέων επώδυνων κλυδωνισμών, είναι απαραίτητο επομένως να προσπαθήσουμε να κατηγοριοποιήσουμε τις πιθανές κρίσεις με βασικό κριτήριο την πηγή τους, να  εντοπίσουμε τα χαρακτηριστικά τους και να  προδιαγράψουμε πιθανούς τρόπους αντιμετώπισής τους.

Με κίνδυνο υπεραπλούστευσης και υποτίμησης των αλληλοεξαρτήσεων των οικονομιών στο πλαίσιο μιας παγκοσμιοποιημένης αγοράς χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και συναλλαγών, οι πιθανές πηγές μελλοντικών κρίσεων μπορούν να ταξινομηθούν σε τρείς γενικές κατηγορίες ως εξής :

Α) Κρίσεις συστημικής κρατικής φερεγγυότητας είτε λόγω εσφαλμένων εγχώριων  πολιτικών (π.χ. δημιουργία υπερβολικών ελλειμμάτων,  υπερχρέωσης αθέτηση υποχρεώσεων και οφειλών) είτε λόγω  εξωτερικών κλυδωνισμών  που   επιδρούν αρνητικά στην εγχώρια οικονομία (π.χ. αύξηση τιμών εισαγόμενων πρώτων υλών, μαζική εισροή μεταναστών, διεθνής ύφεση). Αυτές οδηγούν σε φυγή κεφαλαίων, πιέσεις στην αγορά συναλλάγματος, ή/και αδυναμία άντλησης κεφαλαίων από τις διεθνείς αγορές. Οι κρίσεις αυτές– χαρακτηριστικό παράδειγμα της οποίας υπήρξε η Ελληνική κρίση όπως και η κρίση πολλών αναπτυσσομένων χωρών –  πλήττουν γρήγορα ή αργά τον ίδιο τον χρηματοπιστωτικό τομέα και τα πιστωτικά ιδρύματα με εκροή καταθέσεων και διεύρυνση μη εξυπηρετούμενων δανείων. Αποτέλεσμα της δημιουργίας κρίσης φερεγγυότητας και ρευστότητας του ίδιου του τραπεζικού συστήματος είναι η επιδείνωση   της κρίσης συστημικής  κρατικής φερεγγυότητας  και η δημιουργία ενός φαύλου κύκλου. Στην περίπτωση αυτή η κρίση επιτείνεται συχνά με  επιθέσεις  κερδοσκοπικών funds. Η ενεργοποίηση  ασφαλίστρων κινδύνου, δηλαδή των CDS, που είχαν αγοραστεί για την κάλυψη αυξημένου ρίσκου αθέτησης του χρέους της χώρας-στόχου, δημιουργούν ασφυξία στη χώρα, η οποία, σε συνδυασμό με απανωτές υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής της ικανότητας από τις εταιρείες αξιολόγησης, αποκλείεται γρήγορα από  πρόσβαση στις διεθνείς αγορές.

Β) Τραπεζικές κρίσεις ή κρίσεις μεγάλων χρηματοπιστωτικών οργανισμών και επενδυτικών ή αποταμιευτικών ταμείων – κυρίως λόγω ανεξέλεγκτων πιστοδοτήσεων, αθέμιτων πρακτικών, χειραγώγησης μετοχών, ανάληψης υπερβολικού πιστοδοτικού κινδύνου ή χρήσης τοξικών χρηματοπιστωτικών προϊόντων που οδηγούν σε μεγάλες ζημιές για τα ίδια τα ιδρύματα, ακόμα και σε πτώχευση και αλυσιδωτές αντιδράσεις στο σύνολο της οικονομίας. Οι πρόσφατες κρίσεις στην Ισλανδία, την Ιρλανδία, την Ισπανία, τη Κύπρο αλλά και η κρίση του LTCM στις ΗΠΑ, που προαναφέρθηκε, αποτελούν παραδείγματα τραπεζικών κρίσεων που επιμόλυναν το σύνολο της εγχώριας οικονομίας αλλά και άλλες οικονομίες μέσω της αλληλοεξάρτησης των αγορών προϊόντων και κεφαλαίων.

Γ) Κερδοσκοπικές φούσκες, που συνδέονται συνήθως με την αγοραπωλησία τίτλων σε  μελλοντικές  αγορές  προϊόντων ή υπηρεσιών και στην καθιέρωση προαίρεσης, δηλαδή δυνατότητας σύναψης συμβολαίων κάλυψης των κινδύνων από μεταβολές τιμών και επιτοκίων. Η φούσκα της τουλίπας το 1634, της νέας οικονομίας στις αρχές του 2000 ή των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων λίγα χρόνια αργότερα, αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιων κρίσεων.  Η ταχύτητα μετάδοσης των κερδοσκοπικών αυτών κρίσεων είναι ραγδαία. Οι κρίσεις οδηγούν συνήθως σε κατάρρευση  συγκεκριμένων αγορών, σε πτωχεύσεις μεγάλων επιχειρήσεων ή τραπεζών εκτεθειμένων σε κλαδικό κίνδυνο και ύφεση στη πραγματική οικονομία.

Αντιμετώπιση κρίσεων: είναι εφικτή ;  

Καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση βρέθηκε στο επίκεντρο της πρόσφατης χρηματοπιστωτικής  κρίσης, οι Ευρωπαϊκοί θεσμοί ενίσχυσαν σημαντικά τα τελευταία χρόνια το Ευρωπαϊκό ρυθμιστικό οπλοστάσιο για την αποφυγή νέων κρίσεων αλλά και το εποπτικό πλαίσιο για την εύρυθμη λειτουργία του Ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού τομέα.

Έτσι :

  • Αναμορφώθηκε το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης ενισχύοντας τους κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας και συντονισμού των οικονομικών πολιτικών, καθώς και τις  διαδικασίες που θα πρέπει να ακολουθούνται για την αποφυγή  μακροοικονομικών ανισορροπιών (Macroeconomic Imbalance Procedures[3]).
  • Θεσμοθετήθηκε το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο που υιοθετεί διαδικασίες εποπτείας και αξιολόγησης της συμμόρφωσης κάθε κράτους μέλους με τους ισχύοντες κανόνες και καταλήγει  σε συγκεκριμένες οδηγίες προς κάθε κράτος μέλος.
  • Δημιουργήθηκε ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ΕSM), ως φορέας χρηματοοικονομικών ενισχύσεων προς  Ευρωπαϊκά κράτη που μετέχουν σε προγράμματα προσαρμογής, καθώς και κεφαλαιακής ενίσχυσης τραπεζών που είναι εκτεθειμένες σε αφερεγγυότητα.
  • Υιοθετήθηκε από την ΕΚΤ μέσω των οριστικών νομισματικών συναλλαγών (Outright Monetary Transactions – OMT[4])  η δυνατότητα παρέμβασης στην αγορά ομολόγων για την αποφυγή κερδοσκοπικών πιέσεων στα κρατικά ομόλογα.
  • Δημιουργήθηκε και τέθηκε σε λειτουργία ένας κεντρικός εποπτικός μηχανισμός, ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός (Single Supervisory Mechanism – SSM[5]) που εφαρμόζει αυστηρά κριτήρια εποπτείας στο τραπεζικό σύστημα για τη διασφάλιση της φερεγγυότητας, κυρίως δε της κεφαλαιακής επάρκειας των συστημικών τραπεζών και την αποφυγή νέων τραπεζικών κρίσεων προσδίδοντας δυναμική στο νέο φιλόδοξο εγχείρημα της δημιουργίας μιας Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Ένωσης.
  • Τέθηκε τέλος σε λειτουργία ο Ενιαίος Μηχανισμός Εξυγίανσης (Single Resolution Mechanism – SRM5) που υποστηριζόμενος από ένα Ενιαίο (χρηματοδοτικό) Ταμείο Εξυγίανσης, επιτρέπει από φέτος την συντεταγμένη χρεωκοπία χρηματοπιστωτικών οργανισμών που αντιμετωπίζουν προβλήματα φερεγγυότητας και την αποφυγή επιμόλυνσης ολόκληρης της χρηματοπιστωτικής αγοράς αλλά και της οικονομίας από μια τραπεζική κρίση.
  • Βρίσκεται τέλος σε προχωρημένο στάδιο σχεδιασμού, η δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Ασφάλισης Καταθέσεων (European Insurance Deposit Mechanism – EDIS5) και  η υλοποίηση της Ένωσης Κεφαλαιαγορών[6], ενώ συζητείται ευρέως και η πρόταση για δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Ασφάλισης ενάντια στην Ανεργία.

Τα πολλά και θετικά βήματα που έχουν γίνει μέχρι τώρα δεν είναι αρκετά για την αποφυγή νέων κρίσεων στο μέλλον είτε αυτές είναι συστημικές κρίσεις κρατικής φερεγγυότητας είτε τραπεζικές κρίσεις ή κερδοσκοπικές φούσκες.

Αυτό γιατί τα όσα έχουν γίνει μέχρι τώρα δεν διασφαλίζουν την έγκαιρη και αποτελεσματική διαχείριση του σωρευμένου χρέους, δεν προωθούν την ανάπτυξη και δεν αντιμετωπίζουν το πρόβλημα των ανισορροπιών σε παγκόσμιο επίπεδο, που τροφοδοτούν όπως είδαμε  τις κερδοσκοπικές κρίσεις.

Προτάσεις

Γι’ αυτό κατά τη γνώμη μου οι προτεραιότητες είναι οι ακόλουθες:

  1. A) Η θεσμοθέτηση και λειτουργία ενός αποτελεσματικού Μηχανισμού Αναδιάρθρωσης Χρέους για την Ευρωζώνη.

Η θεσμοθέτηση ενός τέτοιου Μηχανισμού θα συμπλήρωνε το κενό που υπάρχει στην σημερινή αρχιτεκτονική του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ευρωζώνης. Έτσι, ενώ ο ESM θα μπορούσε να αντιμετωπίζει θέματα ρευστότητας και «αναδιαρθρώσεων υπό όρους» που μπορούν να διευθετηθούν μέσα από ένα κατάλληλο μίγμα χρηματοοικονομικών προσαρμογών, οικονομικών μεταρρυθμίσεων και επίσημης χρηματοδότησης, ο προτεινόμενος Μηχανισμός θα μπορέσει να αντιμετωπίσει την αναγκαία αναδιάρθρωση  σωρευμένου χρέους[7]. Για την υλοποίηση ενός τέτοιου Μηχανισμού, εφόσον υπάρχει η σχετική πολιτική βούληση,  κρίνεται ότι είναι αναγκαία η κατάλληλη τροποποίηση των Συνθηκών που διέπουν την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η δημιουργία ενός μηχανισμού αναδιάρθρωσης χρεών, θα μπορούσε να είναι ένα καταφύγιο για χώρες υπερχρεωμένες, οι οποίες αντί να αφεθούν απροστάτευτες στις ορέξεις κερδοσκοπικών παιχνιδιών και funds, θα μπορούν συντεταγμένα, με κανόνες και προϋποθέσεις, να επιλύουν το πρόβλημα υπερχρέωσης που αντιμετωπίζουν, και να μπαίνουν ξανά στην οικονομική και παραγωγική ζωή, χωρίς να δημιουργούνται προβλήματα ηθικού κινδύνου. Επιπλέον, η ύπαρξη ενός τέτοιου μηχανισμού, εφόσον δομηθεί σωστά, θα λειτουργήσει αποτρεπτικά σε δυνητικούς κερδοσκόπους που θέτουν στο στόχαστρο υπερχρεωμένες χώρες, καθώς πλέον θα γνωρίζουν ότι αυτές μπορούν να προσφύγουν σε μια δομημένη διαδικασία διευθέτησης του χρέους.

Β) Η συνεχής αξιολόγηση των επιπτώσεων και ο αναγκαίος  επανασχεδιασμός του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης ώστε οι πολιτικές προσαρμογής και τα διαρθρωτικά μέτρα που υιοθετούνται να είναι συμβατά με την προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης και την αποτελεσματική διαχείριση του χρέους.

Η πρόσφατη εμπειρία από τις χώρες της Ευρωζώνης έδειξε ότι τα 2/3 των μέτρων που ελήφθησαν για την αντιμετώπιση της  κρίσης αφορούσαν περιορισμό δαπανών  και το 1/3 αύξηση φόρων[8]. Την ίδια στιγμή,  πρόσφατη μελέτη του ΟΟΣΑ σε προσομοίωση 31 χωρών, έδειξε ότι είναι δυνατή η επίτευξη σημαντικού περιορισμού του υπερβολικού χρέους στις μισές από αυτές τις χώρες με την υλοποίηση μικρών προσαρμογών σε μέσα πολιτικής που έχουν περιορισμένες παρεπόμενες επιπτώσεις στην ανάπτυξη, όπως οι επιχορηγήσεις, οι συντάξεις και οι φόροι επί της περιουσίας[9].

Αποτελεί επομένως προτεραιότητα  να αξιοποιηθεί και να αξιολογηθεί με αντικειμενικό τρόπο η  πολύτιμη πρόσφατη εμπειρία των μελών της Ευρωζώνης που υπήχθησαν σε προγράμματα προσαρμογής , αποτιμώντας τα κόστη και τα οφέλη στο σύνολο των εμπλεκόμενων ομάδων και της οικονομίας τους κι εκτιμώντας τις επιπτώσεις στην ανάπτυξη των χωρών σε ορίζοντα 5ετίας.

Στο πλαίσιο αυτό, είναι αναγκαίο επίσης να αξιολογηθεί ο ρόλος  των εταιρειών αξιολόγησης ώστε  να τεθούν αν χρειαστεί αποτελεσματικοί ρυθμιστικοί κανόνες στη λειτουργία τους  αλλά και να ελεγχθούν πιο αποτελεσματικά πιθανές  συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ υπηρεσιών που παρέχουν εταιρείες επενδυτικών συμβουλών και ελεγκτικές εταιρείες, καθώς συχνά τα λεγόμενα σινικά τείχη δεν είναι και τόσο συμπαγή.

Γ)   Η Θεσμοθέτηση Διαδικασιών και  Αποτελεσματικού Μηχανισμού  Συντονισμού της Οικονομικής Πολιτικής σε Διεθνές Επίπεδο

Κρίσεις, αυτό μας έχει δείξει η ιστορία, θα εμφανίζονται πάντοτε.

Όσο  η τεχνολογία και η ψηφιακή οικονομία αναπτύσσονται με ταχύτατους ρυθμούς, πάντοτε θα βρίσκονται νέοι τρόποι να παρακάμπτονται ρυθμιστικοί ή εποπτικοί κανόνες και περιορισμοί, ιδιαίτερα σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία όπου οι κρίσεις σε μια χώρα ή σε έναν μεγάλο οργανισμό γρήγορα μεταδίδονται σε άλλους.  Το μεγάλο στοίχημα επομένως για την αποφυγή των κρίσεων είναι η υιοθέτηση μόνιμων διαδικασιών και μηχανισμών σε διεθνές επίπεδο, στο πλαίσιο του G20 αρχικά και του ΟΗΕ σε επόμενο στάδιο,  που θα στοχεύουν στην αποφυγή διαιώνισης μακροοικονομικών ανισορροπιών, θα  υποστηρίζουν και θα διευκολύνουν τον συνεχή διάλογο και συντονισμό πολιτικών ανάμεσα σε χώρες  στην άσκηση μακροοικονομικής πολιτικής,    θα ενισχύουν το πλαίσιο  εποπτείας  που διέπει το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα και θα βελτιώνουν το ρυθμιστικό πλαίσιο και την λήψη προληπτικών μέτρων για την αποφυγή κρίσεων.

Υπενθυμίζω ότι το 1999, μετά την κρίση στην Νοτιο-Ανατολική Ασία είχε δημοσιοποιηθεί από την Επιτροπή Αναπτυξιακής Πολιτικής των Ηνωμένων Εθνών  μια πολύ σημαντική έκθεση (UN, Committee for Development Policy 1998), που προέβλεπε ότι οι χρηματοπιστωτικές κρίσεις θα επαναλαμβάνονται αν δεν υπάρχει σωστή ρύθμιση και εποπτεία στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η Επιτροπή, στην οποία είχα την τιμή να συμμετέχω, είχε προτείνει μάλιστα τη δημιουργία ενός Διεθνούς Χρηματοπιστωτικού Οργανισμού, (World Financial Organization), αντίστοιχου με τον Διεθνή Οργανισμό Εμπορίου, ακριβώς για να επιβάλλει κανόνες, πρότυπα, δεσμεύσεις και ρυθμίσεις για την λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος και την αποφυγή της ανεξέλεγκτης κίνησης κεφαλαίων και  μελλοντικών κρίσεων.

Υπάρχουν σήμερα οι προϋποθέσεις – και αυτό νομίζω προκύπτει από την ανάγνωση όλων αυτών των κρίσεων που έχει περάσει η παγκόσμια οικονομία αυτά τα χρόνια- να δημιουργήσουμε ένα ελάχιστο επίπεδο συνεργασίας και συντονισμού πολιτικών σε υπερεθνικό επίπεδο, το οποίο:

  1. i) προληπτικά θα επιχειρεί να μειώνει την έκθεση σε πηγές κινδύνων που απορρέουν από συγκεκριμένες αγορές ή προϊόντα, ή από την διαιώνιση μακροοικονομικών ανισορροπιών.
  2. ii) θα εποπτεύει αποτελεσματικότερα όλους τους «παίκτες» του χρηματοπιστωτικού συστήματος, δίνοντας έμφαση σε πεδία ανάπτυξης σύγκρουσης συμφερόντων, προάγοντας την διαφάνεια και λογοδοσία.

iii)   θα μειώνει την έκθεση σε κρίσεις – που όπως αποδεικνύεται μπορούν να διαχυθούν γρήγορα – χωρών οι οποίες είναι μεν υπερχρεωμένες, αλλά θα μπορούσαν να μπουν, με κατάλληλες μεταρρυθμιστικές πολιτικές, σε μια διαδικασία ανάπτυξης και αναδιάρθρωσης χρεών.

Με αφορμή τη σημερινή συζήτηση για την παρουσίαση του βιβλίου του Παναγιώτη Ρουμελιώτη, που είναι μία σημαντική συμβολή στο τομέα των κρίσεων και των αγορών, είναι πιστεύω άμεση ανάγκη να ξεκινήσει ένας συγκροτημένος θεσμικός διάλογος καταρχήν σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, για τους τρόπους με τους οποίους χώρες, πολίτες και αγορές θα μπορούν να θωρακισθούν απέναντι σε νέες κρίσεις. Ένας διάλογος, που όπως προείπα, θα είναι ατελέσφορος εάν δεν αντιληφθεί κανείς, ότι αυτό που απαιτείται μελλοντικά είναι μια φιλόδοξη μεταρρύθμιση του παγκόσμιου συστήματος διακυβέρνησης.

 

  • Email
  • Print

About Author

Connect with Me:

Leave a Reply

  • Theme Settings