010100041027l

Παρουσίαση Βιβλίου ΄΄Σπανιόλικα Παπούτσια΄΄

Ομιλία της Υπουργού στην Παρουσίαση Βιβλίου της Άλκης Ζέη ΄΄Σπανιόλικα Παπούτσια΄΄

Κέντρο Λόγου και Τέχνης, Αθήνα 1 Νοεμβρίου 2010

 

 

Αγαπητοί φίλοι και φίλες,

Μεγάλωσα στο γύρισμα της δεκαετίας του ’50 και του ’60 με τρία βιβλία παραμάσχαλα: τρεις διαφορετικοί κόσμοι που προσδιόρισαν τόσο την οπτική γωνία με την οποία αντιλαμβάνομαι την πραγματικότητα όσο και τα όνειρα μου για το πως και πόσο μπορούμε αυτή την πραγματικότητα να την συνδιαμορφώσουμε.

Μυστικά του Βάλτου της Πηνελόπης Δέλτα: ο κόσμος της μητέρας μου, της Αλεξάνδρας Μαζαράκη, αργότερα Κατσέλη, ο κόσμος της αστικής Ελλάδας που αγωνίστηκε για τη Μεγάλη Ιδέα, που πίστεψε στον Βενιζέλο και στην πολιτική δύναμη της ηγεσίας να συνδιαλέγεται και να επηρεάζει τους δυνατούς της γης, να συνδιαμορφώνει το μέλλον της πατρίδας μας. Που ανέδειξε ήρωες-αγωνιστές όπως τον Τέλο Άγρα, τον Παύλο Μελά- τον περίφημο Καπετάν Ζέζα- τον Κωνσταντίνο Μαζαράκη, ήρωες που με την ίδια βεβαιότητα, αισιοδοξία και αποφασιστικότητα μετατρέποντο από αγωνιστές του απελευθερωτικού κινήματος, σε διπλωμάτες, σε μύστες των γραμμάτων και της δημοτικής γλώσσας, σε πλάστες της νέας εθνικής μας ταυτότητας και συνείδησης.

Το Καπλάνι της Βιτρίνας της Άλκης Ζέης: ο κόσμος του πατέρα μου, του Πέλου Κατσέλη, ο κόσμος της Μικρασιατικής καταστροφής, της προσφυγιάς, των μεγάλων ανεκπλήρωτων ονείρων, της αποδόμησης της Σοβιετικής Ένωσης και της κομμουνιστικής αριστεράς, της βαθειάς απογοήτευσης αλλά και αμφισβήτησης για την ικανότητα των λαϊκών δυνάμεων να οργανωθούν και να διεκδικήσουν ένα καλλίτερο αύριο για τον απλό πολίτη.

Ο κόσμος της αντίστασης ενάντια σε καθετί που θίγει την ανθρώπινη υπόσταση και αξιοπρέπεια. Ο κόσμος που αγκαλιάζει την επανάσταση την ίδια στιγμή που υποψιάζεται ότι αυτή έχει ήδη προδοθεί από μέσα και ότι είναι πιθανό να καταλήξει στην διάψευση, ακόμα και στο «πουθενά» για να χρησιμοποιήσω τον τίτλο του τελευταίου δοκιμίου της Άλκης. Ο ΄΄κόσμος του Καπλανιού΄΄ που πέρασε κολυμπώντας από την Τουρκία στη Σάμο, που όρμησε περήφανο στους ώμους του νεαρού βοσκού και που κατέληξε βαλσαμωμένο στο σαλόνι ενός παππού και αργότερα στο Μουσείο.

Και τέλος Η Ανθολογία του Αποστολίδη, η μεγάλη σύνθεση των αστείρευτων δυνάμεων αυτού του τόπου που μέσα από την ποίηση- από το δημοτικό τραγούδι μέχρι τον Κάλβο- καταφέρνει να φωτίζει κρυφά μονοπάτια, να προσφέρει διεξόδους, να προσγειώνει τους υπεραισιόδοξους και να λυτρώνει τους καταπιεσμένους. Θυμάμαι ακόμα την περηφάνια αλλά και την συστολή που ένιωσα όταν ανεβασμένη σ’ ένα τραπέζι στην κατασκήνωση των φαρμακοϋπαλλήλων στον Άγιο Ανδρέα απήγγειλα προς τιμή του Γρηγόρη Λαμπράκη με την παρουσία του πατέρα μου, το αγαπημένο μου ποίημα του Μαλακάση “Τον Τάκη Πλούμα”: “Τι ωραίος τον θυμούμαι, αστροβολούσε καβάλλα στο φαρί του, βυσιννιά φέρμελη χρυσοκέντητη εφορούσε, γιουρντάνια από βεννέτικα φλουριά…”

Μέσα από την τέχνη, μέσα από τη δημιουργία, οι δύο κόσμοι του πατέρα και της μητέρας μου γινόντουσαν ένα, τροφοδότες ο ένας του άλλου, και οι ήρωες από αμείλικτοι ανταγωνιστές, ένθερμοι συναγωνιστές στη μάχη της ζωής. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι είναι μέσα από την τέχνη, την ποίηση, τα γράμματα, τις ατέλειωτες συζητήσεις και τις πνευματικές αναζητήσεις που η παρέα της Οδού Λευκωσίας, ο κόσμος της Άλκης και του Γιώργου, του Λέοντα Κουκούλα και της Μαρίκας, του Βάρναλη, της Έλλης Παππά, του Ρώτα και της Βούλας Δαμιανάκου, του Γκάτσου και του Βάρναλη βρήκαν την ψυχική δύναμη να αντιμετωπίσουν είτε την εξορία είτε την προσφυγιά, είτε το κυνήγημα, είτε ακόμα χειρότερα τον εξοστρακισμό, την ανεργία και τη λήθη και να παραμείνουν πάνω απ’ όλα Άνθρωποι, με κεφαλαίο Α: Άνθρωποι ατίθασοι, με μεγάλα πάθη, που όμως μετρούν και υπολογίζουν τον διπλανό, που έχουν την έγνοια του φίλου. Άνθρωποι υπερήφανοι και γαλαντόμοι που δεν διστάζουν να υπερασπιστούν και να πληρώσουν με μεγάλο προσωπικό κόστος το δίκιο κάθε αδικημένου και κατατρεγμένου. Άνθρωποι ευαίσθητοι και τρυφεροί που χαϊδεύουν με τη ματιά τους και την τέχνη τους τον κόσμο γύρω τους, που κλαίνε με την δυστυχία του αγνώστου και την απολογία του Μπελογιάννη, που αυτοσαρκάζονται. Άνθρωποι που πάνω απ’ όλα γεύονται τη χαρά της δημιουργίας και βυθίζονται και χάνονται σ’ αυτήν.

Θυμάμαι ακόμα ότι, όταν ο πατέρας μου κλεινόταν στο γραφείο του για να γράψει, η αδελφή μου η Νόρα και γω ξέραμε ότι έπρεπε να μην βγάλουμε τσιμουδιά γιατί ήταν η «ώρα της γέννας» όπως λέγαμε. Και η γέννα μπορούσε να κρατήσει μέρες. Όπως και στην περιγραφή της Άλκης για τον Κουν που ξαπλωμένος στο κρεβάτι, έσβηνε τα τσιγάρα του σ’ έναν κεσέ γιαούρτι, βυθισμένος στο διάβασμα και στην αναμονή της μετάφρασης του ΤαΪρώφ. Μιας μετάφρασης που τελικά γεννήθηκε από τον Γιώργο μετά από δυο συνεχή μερόνυχτα ξαγρύπνιας και τέλειας απομόνωσης. Και το έπαθλο της γέννας, η πληρωμή, ήταν συχνά μόνο ένα αγκάλιασμα, ένα πλατύ χαμόγελο ή ακόμα, όπως στην περίπτωση μιας παράστασης οι πρόβες της οποίας κράτησαν ένα μήνα, ένα μπουκάλι ουίσκι από ένα γνωστό θιασάρχη που απλώς είπε χωρίς καμία ενοχή: ΄΄Πέλο μου, δεν έχω τώρα. Θα στα δώσω στην επόμενη παράσταση.΄΄

 

Αυτός ο τόσο γνώριμος και αγαπημένος κόσμος ξεδιπλώθηκε μπροστά μου από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου της Άλκης, ΄΄Σπανιόλικα Παπούτσια΄΄. Γνωρίζω τους περισσοτέρους από την παρέα της οδού Λευκωσίας από τα βράδια και τις ατέρμονες συζητήσεις γύρω από την τραπεζαρία του πατρικού μας στη Νέα Σμύρνη. Ακούω ακόμα έκπληκτη τον Λέοντα Κουκούλα ν’ αναφωνεί μπαίνοντας στο ακριβό αυτοκίνητο ενός φίλου μετά από ένα μεσημεριανό γλέντι ΄΄ Καλός ο σοσιαλισμός, αλλά καλή και η μπουρζουαζία΄΄. Και δεν μπορούσα παρά να χαμογελάσω όταν η Άλκη περιγράφει τη σκηνή που ο Γιώργος, στη μέση της πλατείας Αμερικής, ακουμπισμένος σ’ ένα βάτραχο, με τον δερμάτινο χαρτοφύλακά του στην άκρη, κουβεντιάζει με μία φωνή ζεστή και βαθιά, με μια ψιλή, πανέμορφη ξανθιά, με μακριά δάκτυλα, που δεν ήταν άλλη από την Ελένη Χατζηαργύρη, την πρωταγωνίστρια του Ροσμερσχολμ. Πόσες φορές δεν ένοιωσα την ίδια αμηχανία , αν όχι αγωνία, μόνο και μόνο από το βλέμμα του πατέρα μου για τις ωραίες ξανθές ηθοποιούς που πέρασαν το κατώφλι της Δραματικής Σχολής ή της σκηνής του θεάτρου… Παρ’ όλο ότι γνώριζα καλά ότι ο δεσμός του Πέλου και της Αλέκας, της ‘Αλκης και του Γιώργου, του Λέοντα και της Μαρίκας, του Βάρναλη και της Δώρας ήταν ακατάλυτος, είχα πάντα τον φόβο ότι η γέννα της δημιουργίας και η επαναστατική αμφισβήτηση κάθετί κατεστημένου και συντηρητικού συμβάδιζε αναγκαστικά με το κυνήγι πειρασμών και το μεθύσι από την υπέρβαση κοινωνικών δεσμεύσεων.

Όσο το πάθος, η διεκδίκηση, η αγωνιστικότητα και ο ενθουσιασμός αποτελούν γνώριμα χαρακτηριστικά της παρέας της οδού Λευκωσίας, άλλο τόσο ελλοχεύει η αμφισβήτηση, η διάψευση, ακόμα και η κατάθλιψη από τον αδικαίωτο αγώνα. Συναισθήματα διάχυτα ακόμα και για τον αμύητο αναγνώστη που ξεγελιέται από το λεπτό χιούμορ, την τρυφεράδα, το χάδι της γραφής της ‘Αλκης. Όλα έχουν δύο όψεις: μία ανάλαφρη, ρομαντική , αγωνιστική και παιχνιδιάρα και μία σκληρή και σκοτεινή. Σαν τον Ιάσονα Μιρτζόγλου που όλοι πίστευαν ότι σκοτώθηκε πολεμώντας στην Ισπανία με τις διεθνείς ταξιαρχίες, για να ανακαλύψουν τυχαία ότι τελικά πέθανε από τύφο εξόριστος από τον Στάλιν στο στρατόπεδο της Καλυμά στη Σιβηρία.

Σαν την Ιωάννα, την κόρη του, που για μια στιγμή επαναστατεί για να ακολουθήσει ελεύθερη τα ίχνη του ήρωα πατέρα της στην Ισπανία αλλά καταλήγει να έχει εγκλωβιστεί στο σπίτι του γιου και της νύφης της φυλώντας τα δύο σκυλιά τους όσο αυτοί λείπουν.

Σαν τον Ηλία, τον άνδρα της, που έδωσε τα πάντα προστατεύοντας φίλους και γνωστούς κατά τη διάρκεια της Χούντας, για να πεθάνει μόνος στο νοσοκομείο προσμένοντας την επίσκεψη των φίλων που δεν ήρθαν να τον δουν ποτέ.

Σαν τον Ιάσονα, τον γιό της, που γύρισε από το Παρίσι και εντάχθηκε στο κίνημα της αλλαγής, για να καταλήξει τελικά στέλεχος στην εταιρία μαρμάρων του πεθερού του, χωρίς παιδιά και μεγάλες ιδέες, συντροφιά με δύο σκυλιά, συμβιβασμένος απόλυτα με την αβάσταχτη ελαφρότητα μιας καταναλωτικής καθημερινότητας.

Η σκοτεινή αυτή πλευρά της ζωής, η ακύρωση της πίστης ότι αξίζει κανείς να αγωνίζεται, δεν μπορεί παρά να οδηγεί τελικά στην κατάθλιψη και στην κατάληξη, στο θάνατο , ΄΄ στο πουθενά ΄΄, όπως στο τελευταίο δοκίμιο του βιβλίου.

Αρνούμαι να παραδώσω τα όπλα αγαπημένη μου Άλκη.

Είμαι σίγουρη ότι και συ το ίδιο τελικά.

Αρνούμαι να πω στην Αμαλία , στην εγγόνα της Αλέκας και του Πέλου που, όπως εκείνοι, αρχίζει να γεύεται το μεθύσι της τέχνης και της δημιουργίας, ότι στο τρένο της ζωής που έχει μπει, όταν μεγαλώσει, τελικά θα γίνει ένα “πεθαμένο παιδί”.

Προτιμώ να της μιλήσω για τον μεγάλο Περίπατο του Πέτρου, για τον Τέλο ‘Αγρα, για τον Παύλο Μελά, για τον Ελευθέριο Βενιζέλο, για την παρέα της οδού Λευκωσίας, για την Άλκη Ζέη και τον Γιώργο Σεβαστίκογλου που άφησαν το στίγμα τους, μέσα από την στάση ζωής και το έργο τους, στο διάβα της ιστορίας.

Δεν κουράζομαι να της μιλάω για τη μαγεία της ζωής με όλα της τα σκαμπανεβάσματα, τα πισωγυρίσματα και τα αδιέξοδα. Δεν σταματώ να της επαναλαμβάνω αυτό που έλεγε ο παππούς της: ‘’Το ό,τι έγινε σβήνει από το μάτι εκείνου που βλέπει το πόσο έχει ακόμα να γίνει’’.

Και αγαπητοί φίλοι και φίλες, αγαπημένη Άλκη, έχουμε ακόμα πολλά να κάνουμε. Πολλά πρέπει να γίνουν. Πολλά ανεκπλήρωτα όνειρα περιμένουν να εκπληρωθούν. Πολλά έργα περιμένουν να γραφούν. Πολλές παραστάσεις να μαγεύσουν παιδιά και μεγάλους. Πολλά πράγματα πρέπει ν’ αλλάξουμε στον τόπο μας. Το οφείλουμε στην παρέα της οδού Λευκωσίας, σ΄ αυτούς που έφυγαν, και σ΄ αυτούς που θα ρθουν μετά από μας.

  • Email
  • Print

About Author

Connect with Me:

Leave a Reply

  • Theme Settings